υπερτιμώ

υπερτιμώ
(α) μετ.
1) прям. , перен. переоценивать, ценить слишком высоко;

υπερτιμώ τάς δυνάμεις μου — переоценивать свои силы;

2) повышать цену;
3) девальвировать;

υπερτιμώμαι — повышаться в цене, дорожать


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "υπερτιμώ" в других словарях:

  • υπερτιμώ — ὑπερτιμῶ, άω, ΝΜΑ [τιμῶ] αποδίδω σε κάποιον ή σε κάτι αξία μεγαλύτερη από την πραγματική (α. «υπερτιμά τις δυνάμεις του» β. «πότερον ὑπερτιμῶντες ὡς εὐεργέτην ἔκρυπτον αὐτόν», Σοφ.) νεοελλ. αυξάνω την τιμή εμπορευμάτων ή άλλων οικονομικών αγαθών …   Dictionary of Greek

  • υπερτιμώ — υπερτιμάω / υπερτιμώ (παρατατ. ούσα), υπερτίμησα βλ. πίν. 58 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • υπερτιμώ — υπερτίμησα, υπερτιμήθηκα, υπερτιμημένος 1. εκτιμώ υπερβολικά, υπερεκτιμώ: Υπερτιμά τις δυνατότητές του. 2. υψώνω την τιμή εμπορεύματος ή άλλου περιουσιακού στοιχείου, ανατιμώ, ακριβαίνω: Υπερτιμήθηκε η βενζίνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αβαντζάρω — και αίρνω (Ι) (μτβ.) 1. προκαταβάλλω 2. προσφέρω περισσότερα, πλειοδοτώ 3. αυξάνω 4. αυξάνω την τιμή, υπερτιμώ 5. είμαι ανώτερος από κάποιον, υπερβάλλω, υπερτερώ 6. οφείλω ή μού οφείλουν υπόλοιπο χρέους (II) (αμτβ.) 1. προχωρώ 2. προοδεύω,… …   Dictionary of Greek

  • ακριβαίνω — [ακριβός] 1. γίνομαι ακριβότερος, αυξάνει η τιμή τής πώλησής μου 2. γίνομαι δαπανηρός 3. αυξάνω, υψώνω την τιμή πώλησης ενός πράγματος, υπερτιμώ …   Dictionary of Greek

  • ανατιμώ — (Α ἀνατιμῶ, άω) υψώνω την τιμή, υπερτιμώ, ακριβαίνω …   Dictionary of Greek

  • ανεβατίζω — 1. ετοιμάζω προζύμι για να ζυμώσω ψωμί 2. ζυμώνω ψωμί με προζύμι που δεν είναι λειψό 3. (παθ., για το ψωμί) φουσκώνω, υφίσταμαι ζύμωση 4. πλειοδοτώ σε δημοπρασία 5. υπερτιμώ, ανεβάζω την τιμή σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • βάζω — (I) και βάνω (Μ βάζω) 1. τοποθετώ, φορώ 2. τοποθετώ κάτι επάνω σε κάτι άλλο νεοελλ. Ι. 1. προσθέτω, συνυπολογίζω 2. (για βαθμό) βαθμολογώ 3. διορίζω, τοποθετώ κάποιον σε κάποια θέση 4. βάζω... να αναγκάζω ή πείθω κάποιον να κάνει κάτι 5. υποθέτω …   Dictionary of Greek

  • εκτιμώ — ( άω) και εχτιμώ και χτιμάω (AM ἐκτιμῶ) 1. τιμώ κάποιον ή κάτι ιδιαίτερα, αναγνωρίζω την αξία του κυρίως για ηθικές ή πνευματικές ιδιότητες («τόν εκτιμώ για την τιμιότητά του», «εκτιμώ το ήθος και τη μόρφωσή του») 2. υπολογίζω την αξία («η εφορία …   Dictionary of Greek

  • επιτιμώ — (AM ἐπιτιμῶ, άω, ιων. τ. ἐπιτιμέω) [τιμώ] επιπλήττω, κατακρίνω, ελέγχω, κατηγορώ, μαλώνω («τόν επιτίμησε για την αμέλειά του») αρχ. μσν. επιβάλλω ποινή, τιμωρώ («τοῑς μέν ἐξάρνοις ἐπετιμήσατε», Αισχίν.) αρχ. 1. ορίζω την τιμή, εκτιμώ 2. σέβομαι,… …   Dictionary of Greek

  • προσεπιτιμώ — άω, ΜΑ [ἐπιτιμῶ] επιτιμώ κάποιον επί πλέον αρχ. υπερτιμώ, υψώνω την τιμή πράγματος ακόμη περισσότερο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»